Η δημιουργία λίθου του ουροποιητικού συστήματος ονομάζεται λιθίαση και αποτελεί εκ των πλέον συχνών παθήσεων του ουροποιητικού συστήματος Οι λίθοι μπορούν να εντοπίζονται στο εσωτερικό του νεφρού (πυελοκαλυκικό σύστημα), στον ουρητήρα, στην ουροδόχο κύστη ή την ουρήθρα. Μπορεί να είναι μονοί ή πολλαπλοί και να εκτείνονται, από χιλιοστά ή εως ακόμα και κάποια εκατοστά. Οι πέτρες στα νεφρά είναι στέρεες μάζες που σχηματίζονται στα νεφρά από άλατα των ούρων. Συνήθως αποβάλλονται από το ουροποιητικό σύστημα μέσω της ούρησης, και εάν η πέτρα είναι μικρή μπορεί να μην παρουσιαστούν συμπτώματα. Σε περίπτωση που η πέτρα γίνει αρκετά μεγάλη (συνήθως τουλάχιστον 3 mm) μπορεί να προκαλέσει απόφραξη του ουρητήρα. Κάτι τέτοιο προκαλεί πόνο συνήθως στα πλευρά ή στο κάτω μέρος της πλάτης. Ο πόνος συχνά αντανακλά στη βουβωνική περιοχή και στους όρχεις. Αυτός ο πόνος ονομάζεται κολικός του νεφρού. Άλλα συμπτώματα περιλαμβάνουν: ναυτία, εμετό, πυρετό, αίμα στα ούρα και επώδυνη διούρηση.

ΣΥΣΤΑΣΗ ΛΙΘΩΝ

  • Λίθοι από Ασβέστιο
    Μέχρι στιγμής, αποτελεί τον πιο κοινός τύπος των λίθων των νεφρών. Οι πέτρες κατά κανόνα περιέχουν οξαλικό ασβεστίο είτε μόνο του είτε σε συνδυασμό με φωσφορικό ασβέστιο με τη μορφή απατίτη ή μπρουσίτη.
  • Λίθοι από Ουρικό Οξύ
    Εμφανίζονται σε περιπτώσεις που συνδέονται με μεταβολικές ανωμαλίες, συμπεριλαμβανομένης της παχυσαρκίας, αλλά μπορούν επίσης να σχηματιστούν σε συνδυασμό με διαταραχές του μεταβολισμού του οξέος / της βάσης όπου τα ούρα είναι υπερβολικά όξινα (χαμηλό pΗ), με αποτέλεσμα την καταβύθιση κρυστάλλων ουρικού οξέος.
  • Λίθοι από Στρουβίτη
    Πέτρες στρουβίτη(επίσης γνωστές ως "πέτρες μόλυνσης»), σχηματίζονται πλέον συχνά μαζί με την παρουσία λοίμωξης βακτήρια που προέρχονται από διάσπαση της ουρίας. Χρησιμοποιώντας το ένζυμο ουρεάση, αυτοί οι οργανισμοί μεταβολίζουν την ουρία σε αμμωνία και σε διοξείδιο του άνθρακα. Αυτή η αλκαλικότητα στα ούρα, έχει ως αποτέλεσμα ευνοϊκές συνθήκες για τον σχηματισμό λίθων στρουβίτη.
  • Λίθοι από Κυστίνη
    Ένας σημαντικός παράγοντας της νεφρολιθίασης είναι η διατροφή, δεδομένου ότι η σύνθεση των ούρων σχετίζεται άμεσα με αυτήν. Ωστόσο υπάρχουν κάποια είδη νεφρολιθίασης που δεν είναι ιδιαίτερα γνωστά με συνέπεια ελάχιστα στοιχεία να μπορούν να υποστηρίξουν τον ρόλο των διαιτητικών συστάσεων. Ένα από αυτά τα είδη είναι οι πέτρες κυστίνης, μια γενετική διαταραχή η οποία προκαλεί αυξημένη νεφρική απέκκριση κυστίνης (κυστινουρία).

ΔΙΑΓΝΩΣΗ

Εκτός από τη χαρακτηριστική κλινική εικόνα υπάρχουν απεικονιστικές εξετάσεις που επιβεβαιώνουν τη διάγνωση. Συγκεκριμένα οι :

  • Eλικοειδής αξονική τομογραφία χωρίς τη χρήση σκιαγραφικού
    Ανιχνεύει λίθους που δε βρέθηκαν με ακτινογραφία, ενδοφλέβια πυελογραφία ή υπέρηχο.
  • Aκτινογραφία νεφρών-ουρητήρων-κύστεως
    H πλέον διαδεμένη μέθοδος αλλά δεν θα ανιχνεύσει μικρούς λίθους ή ακτινοδιαυγείς όπως οι λίθοι ουρικού οξέως.
  • Υπέρηχος
    Προτιμάται εκεί που πρέπει να αποφευχθεί η ακτινοβολία όπως στις έγκυες. Μπορεί να ανιχνεύσει την παρουσία ακτινοδιαυγών λίθων που δεν ανιχνεύθηκαν με την ακτινογραφία.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Υπάρχουν μέθοδοι αντιμετώπισης της ήδη εγκατεστημένης νεφρολιθίασης αλλά και πρόληψης της επανεμφάνισής της. Αν εκδηλωθεί κωλικός αντιμετωπίζεται με τη χρήση παυσιπόνων, συνήθως μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών και με αυξημένη πρόσληψη υγρών με σκοπό την αυξημένη παραγωγή ούρων και την ευκολότερη αποβολή του λίθου . Σε περίπτωση που ο πόνος είναι πολύ ισχυρός μπορεί να χρειαστεί και μορφίνη. Οι λίθοι που έχουν μέγεθος μικρότερο των 5 χιλιοστών έχουν μεγάλη πιθανότητα να αποβληθούν μόνοι τους ενώ οι μεγαλύτεροι είναι λιγότερο πιθανό. Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να χρειαστεί επεμβατική παρέμβαση όπως η λιθοτριψία, η υποδόρια νεφρολιθοτομή, η ουρητηροσκόπηση.

Η λιθοτριψία προτιμάται σε λίθους που εντοπίζονται στη νεφρική πύελο και ψηλά στον ουρητήρα και που δεν είναι πολύ μεγάλου μεγέθους. Χρησιμοποιεί την ενέργεια των υπερήχων για τη διάσπαση των λίθων.

Η διαδερμική νεφρολιθοτομή χρησιμεύει σε λίθους μεγάλου μεγέθους. Διενεργείται με τη βοήθεια ειδικών οργάνων που εισέρχονται στο νεφρό μέσω του δέρματος.

Η ουρητηροσκόπηση αντιμετωπίζει λίθους που εντοπίζονται στη μεσότητα ή χαμηλά στον ουρητήρα. Γίνεται με τη χρήση ενδοσκοπίου και εργαλείων που διασχίζουν την ουρήθρα και την ουροδόχο κύστη και φτάνοντας στον ουρητήρα απεικονίζουν το λίθο και τον αφαιρούν.